Ποινή φυλάκισης μέχρι και τρία χρόνια για περιβαλλοντική ζημία

Η οδηγία 2004/35/ΕΚ της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαμορφώνει ένα κοινό πλαίσιο σε ευρωπαϊκό επίπεδο για την εφαρμογή της περιβαλλοντικής ευθύνης όσων αφορά τη πρόληψη και την αποκατάσταση περιβαλλοντικών ζημιών σε σχέση με τη ζημιά των υδάτων σύμφωνα με την Οδηγία 2000/60/ΕΚ, ζημιά του εδάφους και ζημιά προστατευόμενων ειδών και φυσικών οικοτόπων σύμφωνα με τις Οδηγίες 79/409/ΕΟΚ και 92/43/ΕΚ.  Για σκοπούς εναρμόνισης με την πιο πάνω Ευρωπαϊκή Οδηγία, η Βουλή των Αντιπροσώπων ψήφισε τον περί της Περιβαλλοντικής Ευθύνης όσον αφορά την Πρόληψη και την Αποκατάσταση Περιβαλλοντικής Ζημιάς Νόμος του 2007 (189(I)/2007)

 Με βάση τη νομοθεσία ευρύς ορισμός αποδίδεται στον όρο «περιβαλλοντική ζημιά». Ζημία ορίζεται ως η «μετρήσιμη δυσμενή μεταβολή φυσικού πόρου ή τη μετρήσιμη υποβάθμιση υπηρεσίας συνδεδεμένης με φυσικό πόρο που μπορεί να συμβεί άμεσα ή έμμεσα·» (Άρθρο 2 (189(I)/2007). Η «περιβαλλοντική ζημιά»  συμπεριλαμβάνει (Άρθρο 2 (189(I)/2007):

1)Ζημιά σε προστατευόμενα είδη και φυσικούς οικότοπους εξαιρουμένων των περιπτώσεων όπου οι δυσμενείς συνέπειες «είχαν προσδιορισθεί εκ των προτέρων και που προήλθαν από πράξη φορέα εκμετάλλευσης ο οποίος είχε εξουσιοδοτηθεί ρητά από τις αρμόδιες αρχές σύμφωνα με τα άρθρα 16 και 26 του περί Προστασίας κα Διαχείρισης της Φύσης και της Άγριας Ζωής Νόμου ή το άρθρο 12 του περί Προστασίας και Διαχείρισης Άγριων Πτηνών και Θηραμάτων Νόμου ·» (Άρθρο 2 (α) (189(I)/2007)

2)ζημιά των νερών (Άρθρο 2 (β) (189(I)/2007)

3)ζημιά του εδάφους (Άρθρο 2 (γ) (189(I)/2007)

Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι η ενοποιημένη νομοθεσία δεν δίνει το δικαίωμα σε ιδιώτες να διεκδικήσουν αποζημίωση ως συνέπεια περιβαλλοντικής ζημιάς ή επικείμενης απειλής τέτοιας ζημιάς (Άρθρο 4 (2) (189(I)/2007).  Ο παρόν Νόμος θέτει το καθήκον προφύλαξης και αποκατάστασης στο φορέα εκμετάλλευσης βάσει της αρχής «ο ρυπαίνων πληρώνει». Ο  φορέα εκμετάλλευσης με βάση το Άρθρο 2 ορίζεται ως οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο εκμεταλλεύεται ή ελέγχει την επαγγελματική δραστηριότητα. Επίσης, η αρμόδια αρχή έχει την δυνατότητα να απαιτήσει την παροχή πληροφοριών σε περιπτώσεις όπου υπάρχουν υποψίες για τυχόν απειλή περιβαλλοντικής ζημίας (Άρθρο 7 (3) (α)) και να απαιτήσει την εφαρμογή προληπτικών μέτρων από τον φορέα εκμετάλλευσης (Άρθρο 7 (3) (β)). Όλες οι σχετικές δαπάνες θα υποστούν από τον φορέα εκμετάλλευσης (Άρθρο 7 (4)). Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να τονίσουμε ότι σε περίπτωση καταδίκης ενόχου για άρνηση ή παράληψη λήψης προληπτικών  μέτρων σε περίπτωση επικείμενης απειλής πρόκλησης περιβαλλοντικής ζημιάς (Άρθρο 20(α)), τήρηση μέτρων αποκατάστασης περιβαλλοντικής ζημιάς (Άρθρο 20(β)), συμμόρφωση με οποιαδήποτε απόφαση της αρμόδιας αρχής που εκδίδεται δυνάμει του παρόντος Νόμου (Άρθρο 20(γ)), το Άρθρο 20 προνοεί για φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα τρία χρόνια ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις €342,000.Στις περιπτώσεις όπου η περιβαλλοντική ζημία έχει συμβεί, ο φορέας εκμετάλλευσης έχει την υποχρέωση να προβεί σε ενημέρωση της αρμόδιας αρχής για όλες τις σχετικές πτυχές της κατάστασης και να λάβει όλα τα πρακτικά μέτρα με σκοπό τον άμεσο έλεγχο,  περιορισμό, την απομάκρυνση ή για οποιουδήποτε άλλου είδους διαχείριση των συγκεκριμένων ρύπων (Άρθρο 9 (1)(α)) ή όλα τα αναγκαία μέτρα αποκατάστασης σύμφωνα με το άρθρο 10 (Άρθρο 9 (1)(β)). Το Άρθρο 10 προνοεί όπως ο φορέας εκμετάλλευσης καθορίσει τα καταλληλότερα μέτρα αποκατάστασης σύμφωνα με το Παράρτημα Ι το οποίο συμπεριλαμβάνει τα ακόλουθα:

1) «πρωτογενής αποκατάσταση» η οποία αναφέρεται στα μέτρα αποκατάστασης με σκοπό την επαναφορά των φυσικών πόρων που υπέστησαν ζημιά στην ή προς την αρχική τους κατάσταση

2)«συμπληρωματική αποκατάσταση» η οποία αναφέρεται σε μέτρα που χρησιμοποιούνται ως αντιστάθμισμα του γεγονότος ότι η πρωτογενής αποκατάσταση δεν έχει ως αποτέλεσμα την πλήρη επανόρθωση των φυσικών πόρων που υπέστησαν ζημιά

3)«αντισταθμιστική αποκατάσταση» σημαίνει οποιαδήποτε δράση αναλαμβάνεται για να αντισταθμισθούν οι προσωρινές απώλειες φυσικών πόρων

Η Αμεροληψία των Δικαστών και ΔΙΚΑΙΑ ΔΙΚΗ στην Κύπρο!

Έχω παρακολουθήσει με προσοχή τα όσα διαδραματίζονται στα ΜΜΕ τις τελευταίες μέρες μετά από τις πολύ σοβαρές καταγγελίες του δικηγόρου Νίκου Κληρίδη σε σχέση με σύγκρουση συμφερόντων δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά την εξάσκηση των καθηκόντων τους.

Είναι μέρος της ανθρώπινης φύσης όταν εγείρονται τέτοιες σοβαρές καταγγελίες να προκαλούνται αντιδράσεις και ο καθένας να προσπαθεί να αμυνθεί και να προστατέψει τον εαυτό του.

Η απονομή δικαιοσύνης όμως είναι υπεράνω και των δικηγόρων και των δικαστών και των αρχηγών κρατών και πρέπει να είναι υπεράνω συμφερόντων. Αποτελεί εντολή του δημιουργού μας για να διατηρείται η έννομη τάξη στην ανθρωπότητα για το γενικό καλό.

Η ουσία που βγαίνει μέσα από αυτές τις καταγγελίες είναι ότι παρατηρήθηκε παραβίαση μίας σημαντικής αρχής που έχει σχέση με τη διατηρήση της αμεροληψίας και ανεξαρτησίας του δικαστικού σώματος. Η αρχή αυτή προβλέπει ότι η δικαιοσύνη δεν πρέπει μόνο να   απονέμεται αλλά πρέπει να φαίνεται ότι απονέμεται. Όπως δηλαδή η γυναίκα του Καίσαρα. Μια πολύ παλιά και καλά εδραιωμένη αρχή που αποσκοπεί στην εξασφάλιση της σωστής απονομής της δικαιοσύνης και της εμπιστοσύνης του κόσμου στο κύρος, την τιμιότητα και την αμεροληψία του δικαστικού σώματος ώστε να μην θίγεται ο θεσμός της δικαιοσύνης.

H αρχή αυτή υιοθετήθηκε και από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο στη υπόθεση Nicholas v Cyprus 63246/10 η οποία εκδόθηκε στις 9 Ιανουαρίου 2018. Αφορούσε αίτηση κάποιου Κύπριου εναντίον της Δημοκρατίας διότι παραβιαστήκαν τα ανθρώπινα του δικαιώματα από το Ανώτατο Δικαστήριο της Κύπρου λόγω σύγκρουσης συμφερόντων του Προεδρεύων  δικαστή, κ. Κραμβή, της σύνθεσης του Ανωτάτου τότε αποτελούμενη  από τρεις δικαστές που εκδίκασαν την έφεση του Αιτητή. Συγκεκριμένα ο εν λόγω δικαστής δεν εξαιρέθηκε από την υπόθεση αλλά ούτε έθεσε ενώπιον των δικηγόρων το γεγονός ότι ο γιός του ήταν παντρεμένος με την κόρη του δικηγόρου κ. Πολύβιου Πολυβίου, διευθύνων σύμβουλου του δικηγορικού γραφείου “Χρυσαφίνης και Πολυβίου” ο οποίος αντιπροσώπευε τους Εναγόμενους / Εφεσίβλητους στην Έφεση και ότι μάλιστα και οι δύο τους εργάζονται στο εν λόγω Δικηγορικό γραφείο.

Το Ευρωπαϊκό δικαστήριο αποφάσισε ότι η μη εξαίρεση του δικαστή κάτω από τέτοιες περιστάσεις ήταν μεμπτή, παραβίαζε την αρχή της αντικειμενικής αμεροληψίας δηλαδή ότι η δικαιοσύνη δεν πρέπει μόνο να απονέμεται αλλά πρέπει να φαίνεται ότι απονέμεται και κατά συνέπεια η συμπεριφορά αυτή παραβίασε το άρθρο 6 (1) της Ευρωπαικής Σύμβασης Περί Προστασίας των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, κηρύσσοντας την διαδικασία ως μολυσμένη καταδικάζοντας την Δημοκρατία σε αποζημιώσεις και έξοδα.

 

Το δικαστήριο μεταξύ άλλων, τόνισε ότι με τέτοιες συμπεριφορές κλονίζεται η εμπιστοσύνη του κόσμου σε σχέση με την σωστή απονομή της δικαιοσύνης από τους Δικαστές, κάτι το οποίο πρέπει σε κάθε δημοκρατική κοινωνία να διασφαλίζεται.

 Το Ανώτατο Δικαστήριο της Κύπρου μετά από την απόφαση Nicholas v Cyprus 63246/10 εξέδωσε στις 8 Μαρτίου του 2019 σχετικό κανονισμό ο οποίος δημοσιεύτηκε στην επίσημη εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας στις 16 Μαρτίου 2018, σύμφωνα με τον οποίον κανένας δικαστής δεν πρέπει να δικάζει είτε μόνος του ή μαζί με άλλους δικαστές σε υποθέσεις στις οποίες οι διάδικοι αντιπροσωπεύονται από δικηγόρους που έχουν συγγενική σχέση με τον δικαστή ή από δικηγορικά γραφεία στα οποία εργάζονται συγγενικά πρόσωπα των δικαστών.

Όμως σύμφωνα με τους κανονισμούς αυτούς ο δικαστής έχει διακριτική ευχέρεια να αυτοεξαιρεθεί και καλείται απλά να αποκάλυψει την σχέση του με το δικηγορικό γραφείο που αντιπροσωπεύει ένα από τους διαδίκους και εάν ο δικηγόρος του άλλου διαδίκου δεν φέρει ένσταση τότε ο δικαστής μπορεί να εκδίκασει την υπόθεση, ασχέτως της σύγκρουσης συμφερόντων.

Το τι πρέπει να διερωτηθούμε είναι κατά πόσο αυτός ο κανονισμός είναι ικανοποιητικό μέτρο για την διατήρηση του Κανόνα Δικαίου ή μάλλον καλύτερα του αισθήματος Δικαίου.Δηλαδή πως διασφαλίζεται καλύτερα στα μάτια του κόσμου η εμπιστοσύνη στον Θεσμό της Δικαστικής Εξουσίας, όταν ο Δικαστής εξαιρείται σε περιπτώσεις που υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων ή όταν ρίχνει το βάρος στους δικηγόρους των διαδίκων να αποφασίσουν κατά πόσο θα πρέπει να εξαιρεθεί ή όχι.

 

Είναι λογικό όπως πολύ σωστά αναφέραν διάφοροι που έχουν αρθρογραφήσει επί του θέματος τις τελευταίες μέρες, ότι αρκετοί Δικηγόροι θα προβληματιστούν να ζητήσουν την εξαίρεση του Δικαστή φοβούμενοι αρνητικές συνέπειες για τους ίδιους κάτι που δεν πρέπει να παραγνωρίζεται.

Έχοντας ως δεδομένο ότι η προτεραιότητα κάποιου αμερόληπτου Δικαστή κάτω από τέτοιες περιστάσεις θα είναι η διαφύλαξη του αισθήματος Δικαίου και της εμπιστοσύνης του πολίτη προς την σωστή απονομή της δικαιοσύνης από αμερόληπτο Δικαστήριο, δεν μπορώ να κατανοήσω γιατί ένας Δικαστής να επιλέγει να μην εξαιρεθεί, ούτε μπορώ να σκεφτώ πως εξυπηρετείται καλύτερα η Δικαιοσύνη με την μη εξαίρεση του.

Άλλωστε είναι γνωστό ότι αρκετοί Δικαστές στην Κύπρο τόσο του Επαρχιακού Δικαστηρίου όσο και του Ανωτάτου προφανώς αναγνωρίζοντας την ανάγκη διαφύλαξης της εμπιστοσύνης του πολίτη στην δικαιοσύνη ως κόρη οφθαλμού επιλέγουν από μόνοι τους να αυτοεξαιρούνται αυτόματα όταν υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων χωρίς να ρωτούν τους Δικηγόρους των διαδίκων!

Κατά την άποψη μου αυτή η τακτική είναι αναμφίβολα πιο αποτελεσματική για σκοπούς διαφύλαξης της εμπιστοσύνης του κόσμου προς την δικαιοσύνη και εξυπηρετεί καλύτερα το συμφέρον της Δικαιοσύνης.

Έχοντας υπόψη λοιπόν τα πιο πάνω και τις νομικές αρχές ως έχουν διατυπωθεί στην υπόθεση Nicholas v Cyprus 63246/10 και άλλες παρόμοιες υποθέσεις, σε συνδυασμό με την αντίδραση του κόσμου στην Κύπρο στο άκουσμα των καταγγελιών του κ. Νίκου Κληρίδη πιστεύω ότι η εξαίρεση των δικαστών κάτω από αυτές τις περιστάσεις δεν πρέπει να αφήνεται στην διακριτική ευχέρεια των Δικαστών και των Δικηγόρων των διαδίκων. Θα πρέπει να ρυθμιστεί Νομοθετικά και να είναι αυτόματη. Επίσης θα πρέπει να υπάρχει ένας κώδικας δεοντολογίας των Δικαστών και μία ανεξάρτητη αρχή που να ελέγχει την συμπεριφορά εκείνων των Δικαστών που δεν συμπεριφέρονται σωστά ώστε να διαφυλάξουμε το κύρος του Δικαστικού Σώματος και του Κανόνα Δικαίου!

Θεωρώ επίσης σημαντικό να τονίσω ότι η Δικαιοσύνη και η Δημοκρατία εξυπηρετούνται καλύτερα όταν οι ίδιοι οι Δικηγόροι, Δικαστές και γενικά οι Λειτουργοί της Δικαιοσύνης έχουν το θάρρος να εγείρουν τέτοιου είδους θέματα όπως έκανε ο κ. Νίκος Κληρίδης χωρίς να φιμώνονται ή να τυγχάνουν εκδικητικής αντιμετώπισης. Το εάν υπάρχει ή όχι διαφθορά στο Δικαστικό Σώμα είναι κάτι που πρέπει να κρίνεται μέσα στα πλαίσια μιας δίκαιης δίκης εφόσον σύμφωνα με μία άλλη σημαντική αρχή της δικαοσύνης ο κάθε άνθρωπος είναι αθώος μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου.

Το τι μπορούμε όμως να πούμε με βεβαιότητα είναι ότι η εκδίκαση υποθέσεων από Δικαστές όπου συγγενικά τους πρόσωπα εργάζονται σε Δικηγορικά γραφεία που αντιπροσωπεύουν ένα από τους διαδίκους παραβιάζει τους κανόνες της δίκαιας δίκης σύμφωνα με το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ως έχει αποφασιστεί στην υπόθεση Nicholas v Cyprus 63246/10  και θα έπρεπε να δοθεί τέλος σε κάτι τέτοιο για το καλόν όλων.

Το Ανώτατο Δικαστήριο αναγνωρίζοντας την σοβαρότητα και την άμεση ανάγκη για επίλυσης του προβλήματος μετά από όλη την πρόσφατη κρίση και την εκτεταμένη δημοσιότητα , προχώρησε με τροποποίηση της πιό πάνω Δικαστικής Πρακτικής του 2018 στις 28 Ιανουαρίου 2019 με ισχύ από 1 Φεβρουαρίου 2019  ώστε οι δικαστές να εξαιρούνται αυτόματα σε περίπτωση που συγγενικά τους πρόσωπα εργάζονται σε δικηγορικά γραφεία που αντίπροσωπευουν ένα από τους διαδίκους με εξαίρεση τις τυπικές εμφανίσεις και υποθέσεις που εκδικάζονται από την ολομέλεια.

Γιάννος Γ. Γεωργιάδης

Δικηγόρος & Νομικός Σύμβουλος

enquiries@gmadvocates.com

22819292, 99639668

www.gmadvocates.com

Φορολογία εισοδήματος εταιρειών – Η Κύπρος είναι μια από τις χώρες με το χαμηλότερο εταιρικό φόρο παγκοσμίως!

Το νομικό πλαίσιο για εταιρικό φόρο διέπεται από τον περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμος του 2002 (118(I)/2002)

Συγκεκριμένα, εταιρεία η οποία θεωρείτε «κάτοικος της Δημοκρατίας» είναι «εταιρεία της οποίας ο έλεγχος και η διεύθυνση ασκούνται στη Δημοκρατία»

Εταιρεία που αποτελεί κάτοικο της Δημοκρατίας φορολογείται «από πηγές τόσο εντός όσο και εκτός της Δημοκρατίας»

Με βάση το Άρθρο 25 του Δευτέρου Παραρτήματος ο εταιρικός φόρος κυμαίνεται στο12,5%

Αξίζει να σημειωθεί πως η Κύπρος με βάση την ισχύουσα νομοθεσία είναι μια από τις χώρες με το χαμηλότερο εταιρικό φόρο παγκοσμίως και σε συνδυασμό με την στρατηγική της θέση αποτελεί ελκυστικός προορισμός για πολλές εταιρείες οι οποίες θέλουν να επωφεληθούν από την άμεση πρόσβαση στις  αγορές της Ευρώπης, Αφρικής και Μέσης Ανατολής

Επίσης, υπάρχει εκτεταμένος κατάλογος Συμφωνιών μεταξύ της Κύπρου και άλλων χωρών για αποφυγή διπλής φορολογίας συμπεριλαμβανομένων της συμφωνίας μεταξύ Ηνωμένου Βασίλειου και Κύπρου η οποία τέθηκε σε ισχύ στις 18/07/2018, μεταξύ Αμερικής και  Κύπρου η οποία τέθηκε σε ισχύ στις 31/12/1985 και μεταξύ Ρωσίας και Κύπρου η οποία τέθηκε σε ισχύ στις αρχικά στις 17/08/1999 και αργότερα μετά την τροποποίηση του πρωτοκόλλου στις 02/04/2012

Δυνάμει του Άρθρου 8 της Νομοθεσίας ισχύουν απαλλαγές από το φόρο στα πιο κάτω εισοδήματα:

1.    Εισόδημα από μερίσματα (Άρθρο 8 (20))

2.    Κέρδος από τη διάθεση τίτλων (Άρθρο 8 (22)) συμπεριλαμβανομένου εξαργύρωση μεριδίου ή μετοχής σε συλλογικό επενδυτικό σχέδιο

3.    Κέρδη που προκύπτουν από συναλλαγματικές διαφορές (Άρθρο 8(24)). Ο όρος κέρδη συναλλαγματικών διαφορών αναφέρεται στο «κέρδος από δικαιώματα ή παράγωγα συναλλάγματος»

Εξαιρούνται κέρδη που προκύπτουν από την εμπορία συναλλάγματος εμπορία δικαιωμάτων και σχετικών παραγώγων

4.    Όφελος, πλεόνασμα ή κέρδος προσώπου το οποίο προκύπτει στο πλαίσιο αναδιάρθρωσης (Άρθρο 8 (25))

Το Άρθρο 9 προνοεί για τις «Εκπιπτόμενες Δαπάνες» οι οποίες αναφέροντα ως έξοδα «εξολοκλήρου και αποκλειστικά προς κτήση του εισοδήματος» και τα οποία αφαιρούνται για σκοπούς υπολογισμού του φορολογητέου εισοδήματος

Παραδείγματα Εκπιπτόμενων δαπανών είναι τα ακόλουθα:

1.     Το 80% των κερδών που προκύπτουν από την πώληση άυλων περιουσιακών στοιχείων όπως αυτά ορίζονται στον περί Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας Νόμο, στον περί του Δικαιώματος Πνευματικής Ιδιοκτησίας Νόμο και στον περί Εμπορικών Σημάτων Νόμο (Άρθρο 9(ε))

2.    Οι δαπάνες για επιστημονικές έρευνες οι οποίες πρέπει να ικανοποιούν τον Έφορο πως έγιναν προς χρήση και όφελος της επιχείρησης (Άρθρο 9(δ))

3.    Δωρεές ή συνεισφορές σε φιλανθρωπικά ιδρύματα (το οποίο εγκρίνεται από το Υπουργικό Συμβούλιο) με αποδείξεις (Άρθρο 9 (στ)) 

enquiries@gmadvocates.com

22819292, 99639668

www.gmadvocates.com

Brexit – Πρόσφατες Εξελίξεις

Στις 23 Ιουνίου 2016 το Ηνωμένο Βασίλειο ψήφισε υπέρ της αποχώρησης του από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ενώ το κοινοβούλιο επρόκειτο να εγκρίνει ή να απορρίψει το αμφιλεγόμενο σχέδιο της Theresa May στις 11 Δεκεμβρίου 2018, ο πρωθυπουργός ανακοίνωσε ότι η εν λόγω ψηφοφορία θα πραγματοποιηθεί την εβδομάδα που αρχίζει στις 14 Ιανουαρίου 2019. Ως έχει προβλέπεται ότι το σχέδιο της Theresa May δε θα εγκριθεί από το κοινοβούλιο. Εν τω μεταξύ στις 10 Δεκεμβρίου 2018 το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση σχετικά με το εν λόγω ζήτημα στην υπόθεση Wightman and Others v Secretary of State for Exiting the European Union σχετικά με κατά πόσο το Άρθρο 50 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να ανακαλεστεί μονομερώς από το Ηνωμένο Βασίλειο. Λαμβάνοντας υπόψη τη συνταγματικής σημασίας του Brexit η απόφαση του Δικαστήριο σχετικά με την ανακλησιμότητα του άρθρου 50 αποτελεί μια αναγκαία προσέγγιση του ζητήματος

Το Δικαστήριο επισήμανε ότι το Άρθρο 50 δεν εξετάζει ρητά το θέμα της ανάκλησης δηλαδή ούτε το απαγορεύει ούτε το επιτρέπει («It neither expressly prohibits nor expressly authorises revocation»). Με βάση το Άρθρο 50 παράγραφος 1 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ) «κάθε κράτος μέλος μπορεί να αποφασίσει να αποχωρήσει από την Ένωση, σύμφωνα με τους εσωτερικούς συνταγματικούς του κανόνες». Άρα από νομικής πλευράς εφόσον δεν υπάρχει ρητή διάταξη σχετικά με την ανάκληση η εν λόγω ανάκληση υπόκειται στους κανόνες που προβλέπονται στο άρθρο 50 παράγραφος 1 της ΣΕΕ, με αποτέλεσμα να υπάρχει η δυνατότητα μονομερώς ανάκλησης, σύμφωνα με τις συνταγματικές απαιτήσεις του κράτους μέλους. Στο πλαίσιο της απόφασης του Δικαστηρίου όσων αφορά το Άρθρο 50 γίνεται ρητή αναφορά στη σημασία της ελευθερίας και της δημοκρατίας και συγκεκριμένα στο γεγονός ότι οι Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελείται από κράτη μέλη τα οποία ελεύθερα και οικειοθελώς («freely and voluntarily») δεσμεύθηκαν με αυτές τις αξίες. Επίσης, η αναφορά στη θεμελίωση της Ένωσης στο Άρθρο 1 της ΣΕΕ είναι σχετική με την εφαρμογή του Άρθρου 50 της εν λόγω Συνθήκης. Το Δικαστήριο επισήμανε ότι ένα κράτος μέλος που έχει αναστρέψει την απόφασή του να αποχωρήσει από την Ευρωπαϊκή Ένωση δικαιούται να ανακαλέσει την εν λόγω κοινοποίηση στο χρονικό διάστημα που δεν έχει τεθεί σε ισχύ συμφωνία απόσυρσης μεταξύ αυτού του κράτους μέλους και της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή εάν δεν έχει συναφθεί τέτοια συμφωνία, για όσο χρονικό διάστημα δεν έχει λήξει η διετής περίοδος που προβλέπεται στο άρθρο 50 παράγραφος 3 της ΣΕΕ με βάση το οποίο «οι Συνθήκες παύουν να ισχύουν στο εν λόγω κράτος από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της συμφωνίας αποχώρησης ή, ελλείψει τέτοιας συμφωνίας, δύο έτη μετά τη γνωστοποίηση που μνημονεύεται στην παράγραφο 2, εκτός εάν το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, σε συμφωνία με το εν λόγω κράτος μέλος, αποφασίσει ομόφωνα την παράταση της προθεσμίας αυτής»

Αυτή η απόφαση είναι σημαντική ειδικότερα σε σχέση με το δικαίωμα της ελεύθερης κυκλοφορίας των πολιτών επειδή το Brexit και γενικότερα η απόσυρση κράτους μέλους από την Ευρωπαϊκή Ένωση έχει σημαντικό αντίκτυπο στα δικαιώματα όλων των πολιτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.  Περεταίρω αξίζει να σημειωθεί ότι η ανάκληση θα αποφασιστεί με βάση τη δημοκρατική διαδικασία που διέπουν οι εθνικές συνταγματικές απαιτήσεις. Μία τέτοια ανάκληση θέτει τέλος στη διαδικασία απόσυρσης. Η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για ανάκληση του άρθρου 50 ενισχύει την πιθανότητα δεύτερου δημοψηφίσματος (second referendum). Τέτοια πιθανότητα υποστηρίζεται από τον Chris Patten,  πρώην πρόεδρος του Συντηρητικού Κόμματος του Ηνωμένου Βασιλείου, ο οποίος επισήμανε ότι ένα δεύτερο δημοψήφισμα είναι ο καλύτερος τρόπος αποφυγής «αυτοτραυματισμού» της Βρετανίας για να μην προδοθούν οι φιλοδοξίες των νεότερων πολιτών της χώρας

Άρα το Ηνωμένο Βασίλειο είναι αντιμέτωπο με τρία ενδεχόμενα. Πρώτον ενδεχόμενο είναι η πιθανή έγκριση του αμφιλεγόμενου σχεδίου της Theresa May από το κοινοβούλιο. Επίσης, υπάρχει η νομική ευχέρεια να ανασταλεί το Άρθρο 50 όπως έχουμε αναλύσει και βάση της απόφασης Wightman and Others v Secretary of State for Exiting. Το τρίτο ενδεχόμενο είναι η επέκταση της διετούς διαδικασίας με ομόφωνη συμφωνία των 27 κρατών μελών είτε για την διαπραγμάτευση  καλύτερης συμφωνίας, ενδεχόμενο το οποίο δεν είναι πολύ πιθανόν, είτε για τη διεξαγωγή δεύτερου δημοψηφίσματος (second referendum). Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Βέλγος ευρωβουλευτής Philippe Lamberts συμβουλεύει το Ηνωμένο Βασίλειο να ακολουθήσει τη στρατηγική της αποχώρησης από την Ευρωπαϊκή Ένωση και επανένταξης με βάση το Άρθρο 49 της Ευρωπαϊκής Ένωσης το οποίο διέπει τους κανονισμούς για προσχώρηση κράτους στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η έξοδος του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση χωρίς συμφωνία θα οδηγήσει σε πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό χάος. Άρα η συγκεκριμένη στρατηγική περιλαμβάνει μεγάλο ρίσκο και αβεβαιότητα

enquiries@gmadvocates.com

22819292, 99639668

www.gmadvocates.com

Καταχρηστικές Ρήτρες – Δικαιώνονται Αγοραστές Ακινήτων

Η Υπηρεσία Προστασίας Καταναλωτή έκδοσε Διοικητική Απόφαση στις 8 Νοεμβρίου 2018 εναντίον των εταιρειών ανάπτυξης γης και οικοδομών ΑΒ Oasis Park Development Ltd και Kallishi Bros Hotel Apts Ltd για παράβαση του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου του 1996 (N. 93(I)/1996)

Η Απόφαση αφορά έρευνα που διενήργησε ο Διευθυντής της Υπηρεσίας σε σχέση με την ύπαρξη καταχρηστικών ρητρών σε σύμβαση αγοραπωλησίας ακίνητης περιουσίας ημερ. 8/4/2008 μεταξύ των παραπονούμενων και των πιο πάνω Εταιρειών

Ο Διευθυντής, ασκώντας τις εξουσίες που του παρέχονται από το Νόμο, αποφάσισε ότι συγκεκριμένοι όροι της υπό αναφορά σύμβασης αντίκεινται στις διατάξεις των άρθρων 5(1), 7 και των παραγράφων 1(ε), 1(ι), 1(θ) και 1(ιε) του Παραρτήματος του Νόμου και άρα είναι καταχρηστικοί ή/και αδιαφανείς

Επίσης, ο Διευθυντής κατέληξε ότι αφού οι Εταιρείες δεν προσκόμισαν «…σχετικά στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι οι συμβατικοί όροι έχουν καταστεί αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, τεκμαίρεται ότι οι όροι της σύμβασης ήταν προδιατυπώμενοι και προορίζονταν για χρήση σε απεριόριστο αριθμό συμβάσεων…»

Συγκεκριμένα, οι όροι της Συμβασης αφορούσαν μεταξύ άλλων:

1. Την υποχρέωση των αγοραστών για πλήρη και ολοσχερή εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων τους όσον αφορά την αποπληρωμή του συνολικού ποσού οφειλής προς τον πωλητή, προτού αυτός εκπληρώσει τις δικές του συμβατικές υποχρεώσεις, δηλαδή τη μεταβίβαση του ακινήτου επ’ονόματι τους.

2. Την επιβολή στους αγοραστές δυσανάλογα υψηλής αποζημίωσης, σε περίπτωση μη εκτέλεσης των υποχρεώσεων τους, ενώ εν αντιθέσει δεν προβλέπεται οποιοδήποτε αντίστοιχο δικαίωμα αποζημίωσης των αγοραστών σε περίπτωση καθυστέρησης στην εκπλήρωση των υποχρεώσεων του πωλητή.

3. Την παράταση της προθεσμίας παράδοσης της κατοχής του ακινήτου χωρίς τον καθορισμό του μέγιστου χρονικού διαστήματος κατά το οποίο δύναται να παραταθεί η προθεσμία παράδοσης μετά την παρέλευση της οποίας οι αγοραστές δύνανται να ασκήσουν τα νόμιμα δικαιώματα τους.

Σχετικά με τους πιο πάνω όρους, ο Διευθυντής αποφάσισε ότι «…δύναται να θεωρηθ[ούν] ως καταχρηστικ[οί] βάσει της παραγράφου 1(ιε) του Παραρτήματος του Νόμου, καθώς υποχρεών[ουν] τον καταναλωτή να εκπληρώσει όλες τις υποχρεώσεις του, χωρίς ο πωλητής να έχει εκπληρώσει τις δικές του…»

4. Την επιβάρυνση των αγοραστών με τα έξοδα μεταβίβασης του ακινήτου χωρίς ωστόσο να καθορίζεται το συγκεκριμένο ποσό ή έστω να προσδιορίζονται τα κριτήρια υπολογισμού των εν λόγω εξόδων.

Σχετικά με τον πιο πάνω όρο, ο Διευθυντής ανέφερε στην απόφασή του ότι «…ο όρος αυτός έχει ως συνέπεια να αποδέχονται και να αναλαμβάνουν οι αγοραστές δεσμεύσεις, εν αγνοία τους και χωρίς οιανδήποτε εκ των προτέρων ενημέρωση, ενώ δημιουργεί μια τρόπον τινά αιφνιδιαστική κατάσταση σε βάρος τους, περιορίζοντας τα δικαιώματα τους και διαταράσσοντας τη συμβατική ισορροπία σε βάρος των…»

5. Τη δέσμευση των αγοραστών από κανονισμούς, οι οποίοι διέπουν τη χρήση των κοινόχρηστων χώρων, επιφορτίζοντάς τους με συγκεκριμένες υποχρεώσεις συμπεριφοράς, καθώς και με μέρος επί των κοινοχρήστων εξόδων, υποχρεώσεις οι οποίες ουδόλως προσδιορίζονται, έστω και ενδεικτικά.

Ο Διευθυντής έδωσε έμφαση στο ότι η φύση των πιο πάνω όρων «…συνάγουν την εκ μέρους των αγοραστών αμετάκλητη αποδοχή ρητρών, τις οποίες δεν είχαν καμία πραγματική δυνατότητα να γνωρίζουν πριν τη σύναψη της σύμβασης, κατά παράβαση της παραγράφου 1 (θ) του Παραρτήματος του Νόμου…»

Η αδιαφάνεια και οι καταχρηστικοί όροι σε συμβάσεις όπως οι πιο πάνω, για πώληση ακινήτων, δυστυχώς είναι συχνή και για αυτό τον λόγο, συνηστούμε σε οποιοδήποτε άτομο ή εταιρεία που επιθυμεί να προβεί στην διαδικασία αγοράς και/ή πώλησης ακινήτου να επικοινωνήσει με δικηγόρο, ο οποίος θα είναι σε θέση να συμβουλέψει και να εντοπίσει οποιεσδήποτε καταχρηστικές ρήτρες της Συμφωνίας

enquiries@gmadvocates.com

22819292, 99639668

www.gmadvocates.com

 

Φορολογικό καθεστώς προσώπων

Η φορολογικές διατάξεις στην Κύπρο διέπονται από τον περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμος του 2002 (118(I)/2002). Το άρθρο θα επικεντρωθεί στο  σύστημα φορολόγησης φυσικών προσώπων. Κάτοικοι της Κυπριακής Δημοκρατίας φορολογούνται σε πηγές εντός και εκτός της Δημοκρατίας (Άρθρο 5(1)). Πρόσωπα τα οποία δεν είναι κάτοικοι της Δημοκρατίας φορολογούνται στο εισόδημα που προκύπτει από τις πιο κάτω πηγές:

1. Κέρδη ή άλλα οφέλη από οποιαδήποτε επιχείρηση

2. κέρδη ή άλλα οφέλη από οποιοδήποτε αξίωμα ή μισθωτές υπηρεσίες

μερίσματα, τόκους ή προεξοφλήματα

3. Σύνταξη, ποσά εισοδήματος πληρωτέα σύμφωνα με απόφαση δικαστηρίου ή σύμφωνα με όρο που τέθηκε σε διαθήκη ή σύμβαση, καθώς και ετήσιες ισόβιοι ή για καθορισμένη περίοδο καταβαλλόμενες πρόσοδοι

4. Μισθώματα, δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας ή ευρεσιτεχνίας, αμοιβές ή άλλα κέρδη που προκύπτουν από ιδιοκτησία

Πως υπολογίζονται οι ημέρες διαμονής στην Κυπριακή Δημοκρατία?

Με βάση το Άρθρο 1

(α) η ημέρα αναχώρησης από τη Δημοκρατία λογίζεται ως ημέρα εκτός της Δημοκρατίας

(β) η ημέρα άφιξης στη Δημοκρατία λογίζεται ως ημέρα  στη Δημοκρατία

(γ) η άφιξη στη Δημοκρατία και αναχώρηση από τη Δημοκρατία την ίδια ημέρα  λογίζεται ως μια ημέρα στη Δημοκρατία και

(δ) η αναχώρηση από τη Δημοκρατία και επιστροφή στη Δημοκρατία την ίδια ημέρα λογίζεται ως μια ημέρα εκτός της Δημοκρατίας

Το Δεύτερο Παράρτημα του Νόμου διέπει τις φορολογικές αναλογίες:

1. Για εισόδημα μέχρι €19,500 η φορολογία ανέρχεται στο 0%

2. Για εισόδημα από €19,501-€28,000 η φορολογία ανέρχεται στο 20%

3. Για εισόδημα από €28,001-€36,300 η φορολογία ανέρχεται στο 25%

4. Για εισόδημα από €36,301-€60,000 η φορολογία ανέρχεται στο 30%

5. Για εισόδημα που ξεπερνά τις €60,000 η φορολογία ανέρχεται στο 35%

Το άρθρο 8 προνοεί για απαλλαγές από το φόρο. Μερικές από τις απαλλαγές είναι οι ακόλουθες

1. Με βάση το άρθρο 8(7) οι συντάξεις και έκτακτα επιδόματα που χορηγούνται δυνάμει των περί Ανακουφίσεως Παθόντων Νόμων του 1988 μέχρι 2001 εξαιρούνται από φορολογία

2. Με βάση το άρθρο 8(21) εργαζόμενοι που δουλεύουν στη Δημοκρατία αλλά δεν ήταν κάτοικοι της Κυπριακής Δημοκρατίας πριν την έναρξη της εργοδότης τους δικαιούνται απαλλαγή από την 1η Ιανουαρίου του έτους που ακολουθεί το έτος της έναρξης της εργοδότησης και εφαρμόζεται μέχρι το 2020

Η απαλλαγή είναι 20% ή €8,550 (οπουδήποτε είναι το μικρότερο)

3. Το Άρθρο 8 (23) διέπει την απαλλαγή 50% της αμοιβής εργαζόμενου που δεν ήταν κάτοικος της Κυπριακής Δημοκρατίας πριν την έναρξη της εργοδότησης του και ο οποίος λαμβάνει εισοδήματα τα οποία υπερβαίνουν τις €100,000 ετησίως

Αξίζει να σημειωθεί ότι η απαλλαγή αυτή είναι εφαρμοστέα ανεξαρτήτως εάν σε κάποιο έτος το εισόδημα μειώνονται κάτω από τις εκατό χιλιάδες ευρώ (€100.000), νοουμένου ότι όταν άρχισε η εργοδότηση στη Δημοκρατία τα εισοδήματα από την εργοδότηση υπερέβαιναν τις εκατό χιλιάδες ευρώ (€100.000) ετησίως και ο Έφορος ικανοποιείται ότι η αυξομείωση στα ετήσια εισοδήματα από την εργοδότηση στη Δημοκρατία δεν αποτελεί ρύθμιση που αποσκοπεί στη χορήγηση της απαλλαγής

enquiries@gmadvocates.com

22819292, 99639668

www.gmadvocates.com

Καταδίκη Τουρκίας- Aποστέρηση ελευθερίας

Στις 20/11/2018 δώθηκε απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων  στην υπόθεση Selahattin Demirtaş v. Turkey (No. 2) η οποία καταδικάζει την Τουρκία για παραβιάσει του Άρθρου 5 όσων αφορά την φυλάκιση του φιλόκουρδου πολιτικού ηγέτη Σελαχατίν Ντεμιρτάς

Με βάση το Άρθρο 5(1) όλα τα πρόσωπα έχουν το δικαίωμα στην  «ελευθερίαν και την ασφάλειαν»

Το άρθρο περεταίρω αναφέρει ότι δεν επιτρέπεται κανένας να στερηθεί της ελευθερίας του εχτός στις περιπτώσεις που υπογραμμίζονται στο άρθρο και σύμφωνα με νόμιμη διαδικασία

Το Δικαστήριο στην συγκεκριμένη υπόθεση με βάση το άρθρο 5(1) επισήμανε ότι υπήρχαν θεμιτοί λόγοι για την σύλληψη του Σελαχατίν Ντεμιρτάς εν όψει των δεδομένων που υπήρχαν πως ο Ντεμιρτάς θεωρούνταν ύποπτος για ποινικό αδίκημα

Επομένως, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων κατέληξε ότι δεν υπήρχε παράβαση του Άρθρου 5(1) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης

Το Άρθρο 5(3) διέπει το δικαίωμα να παραπέμψεις συντόμως ενώπιον δικαστού ή ετέρου δικαστικού λειτουργού

Όσων αφορά το κατά πόσο υπήρχαν συγκεκριμένα στοιχεία τα οποία οδήγησαν στην υπόνοια ότι ο Ντεμιρτάς διέπραξε ποινικό αδίκημα, το Δικαστήριο κατέληξε ότι οι υπόνοιες εναντίον του ήταν εύλογες για την αρχική του κράτηση

Επίσης, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε ότι η διαπίστωση του Δικαστηρίου της Τουρκίας ότι εναλλακτικά μέτρα στη κράτηση δεν είναι επαρκής, δεν στηρίζονταν σε ανάλυση βασισμένη στη συγκεκριμένη υπόθεση

Το Δικαστήριο επισήμανε ότι οι λόγοι επέκτασης της κράτησης από τις αρμόδιες δικαστικές αρχές δεν ήταν επαρκής για να δικαιολογήσουν την διάρκεια της κράτησης

Επομένως, υπήρξε παραβίαση του Άρθρου 5(3)

Στην ανάλυση για παραβίαση του άρθρου 18- το οποίο αναφέρεται στα όρια στην χρήση των περιορισμών σε δικαιώματα- σε συνδυασμό με το άρθρο 5(3) το Δικαστήριο επισήμανε ότι

«Η παράταση της στέρησης της ελευθερίας του αιτούντος, κυρίως κατά την διάρκεια δύο κρίσιμων προεκλογικών εκστρατειών, του δημοψηφίσματος και της προεδρικής εκλογής, είχαν έναν κύριο ανομολόγητο στόχο, να καταπνίξουν τον πλουραλισμό και να περιορίσουν την ελευθερία του πολιτικού διαλόγου, που βρίσκεται στον πυρήνα τη ίδιας της έννοιας της δημοκρατικής κοινωνίας»

Η Τουρκία καταδικάστηκε από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο

enquiries@gmadvocates.com

22819292, 99639668

www.gmadvocates.com

Το νομικό πλαίσιο που διέπει τη μητρότητα στην εργασία

Στις 16 Απριλίου 2018 τέθηκε σε ισχύ ο Περί Προστασίας της Μητρότητας (Τροποποιητικός) Νόμος (Ν. 20(Ι)/2018). Οι τροποποιήσεις αφορούν τη προστασία από τερματισμό απασχόλησης, το θηλασμό και τη φροντίδα παιδιού όπως επίσης αδικήματα και ποινές. 

1. Απαγόρευση τερματισμού απασχόλησης φυσικής μητέρας: Δυνάμει του άρθρου 4(1)(α) μισθωτή- όπως καθορίζεται από το άρθρο 2 των περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμων 1980 έως 1997-  προστατεύεται από απόλυση για περίοδο εκτεινόμενη από την αρχή της εγκυμοσύνης της μέχρι και πέντε μήνες μετά το πέρας της άδειας μητρότητας. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο αριθμός «πέντε» μηνών αντικατέστησε τους «τρεις» μήνες του βασικού νόμου.   Επίσης, ο εκάστοτε εργοδότης έχει το δικαίωμα να ζητήσει πιστοποιητικό εγγεγραμμένου ιατρού το οποίο να καταγράφει την ημερομηνία αναμενόμενου τοκετού (άρθρο 4(2)). Επίσης, όσων αφορά θετές μητέρες από τη στιγμή που η θετή μητέρα παρουσιάσει στον εργοδότη της  βεβαίωση των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ότι προτίθεται να αναλάβει τη φροντίδα παιδιού για σκοπούς υιοθεσίας και μέχρι την πάροδο τριών μηνών από το τέλος της περιόδου της άδειας μητρότητας, απαγορεύεται σε εργοδότη να τερματίσει την απασχόληση μισθωτής ή/και να δίδει προειδοποίηση τερματισμού απασχόλησης (άρθρο 4 Α)

2. Προστασία μητρικού θηλασμού και διευκολύνσεις για τη φροντίδα του παιδιού:Αξίζει να σημειωθεί ότι το άρθρο 5 που αναφέρεται στο πιο πάνω τίτλο έχει τροποποιηθεί με την προσθήκη της νέας επιφύλαξης η οποία αναφέρεται στο δικαίωμα της γυναίκας να διακόπτει την εργασία της για μια ώρα και κατά το χρόνο αυτό να θηλάζει ή να αντλεί και να αποθηκεύει μητρικό γάλα. Επίσης, η πιο πάνω προσθήκη αναφέρεται στην υποχρέωση του εργοδότη να παρέχει στην μητέρα όλες τις απαραίτητες διευκολύνσεις που προνοούνται από τον περί της Προώθησης και της Προστασίας του Μητρικού Θηλασμού Νόμο και των σχετικών Κανονισμών που εκδίδονται

3. Αδικήματα και ποινές: Με βάση το άρθρο 9, εργοδότης ο οποίος παραβαίνει τις υποχρεώσεις του είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα €7.000. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο αριθμός των τεσσάρων χιλιάδων λίρων αντικαταστάθηκε με το ποσό των €7.000. Επίσης, σε περίπτωση δεύτερης καταδίκης του ιδίου εργοδότη για παράβαση των όσων προνοούνται στο άρθρο 5 μέσα σε 2 χρόνια, η ποινή δεν ξεπερνά το ποσό των €8.000

Με αφορμή τη συζήτηση περί των τροποποιήσεων του Περί Προστασίας της Μητρότητας Νόμου, αξίζει να σημειωθούν οι σημαντικότερες πρόνοιες του εν λόγω νόμου. Το δικαίωμα στην άδεια μητρότητας διέπει το άρθρο 3 του Νόμου.  Η φυσική μητέρα  δικαιούται 18 συναπτές εβδομάδες άδειας μητρότητας η οποία αυξάνεται κατά 4 ανά επιπλέον τέκνο σε περίπτωση πολλαπλής κύησης (άρθρο 3 (5 Α)). Περεταίρω, η θετή μητέρα δικαιούται άδεια μητρότητάς δεκαέξι συναπτών εβδομάδων από τη μέρα ανάληψης φροντίδας παιδιού για σκοπούς υιοθεσίας νοουμένου ότι έχουν ανακοινώσει προς τον εργοδότη της την πρόθεσή της για υιοθεσία και την ημερομηνία ανάληψης του παιδιού, τουλάχιστον 6 εβδομάδες προηγουμένως (άρθρο 3). Δυνάμει του άρθρου 7 η άδεια μητρότητάς δεν επηρεάζει αρνητικά την « την αρχαιότητα της μισθωτής ή το δικαίωμα της σε προαγωγή ή την επάνοδό της στην εργασία την οποία ασκούσε πριν από την άδεια μητρότητας ή σε άλλης παρόμοιας φύσεως εργασία με το ίδιο ύψος αποδοχών ή αποδοχές και ωφελήματα που σχετίζονται με την εργασία»

Το αρμόδιο δικαστήριο για την επίλυση διαφορών εργατικής φύσεως είναι το  Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών (άρθρο 7 Α)

enquiries@gmadvocates.com

22819292, 99639668

www.gmadvocates.com

 

Μεροληψία Δικαστηρίου – Πατέρας του εισαγγελέα ο πρόεδρος του Ανώτατου

Στις 16/10/2018 δώθηκε απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων σχετικά με την αμεροληψία δικαστηρίου. Πρόκειται για την απόφαση της υπόθεσης Dainelienė v. Lithuania (αρ. αίτησης 23532/14) , στην οποία το Δικαστήριο καταδίκασε την Λιθουανία για παραβίαση του άρθρου 6 παρ.1 (δικαίωμα σε δίκαιη δίκη) της Ευρ.Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Η προσφεύγουσα Dalia Regina Dainelienė, υπήκοος και κάτοικος της Λιθουανίας τον Μάιο του 2009, κατηγορήθηκε για υπεξαίρεση ιδιοκτησίας μεγάλης αξίας.

Το περιφερειακό δικαστήριο του Βίλνιους αποφάσισε τον Ιούλιο του 2011 ότι οι κατηγορίες εναντίον της Dainelienė ήταν εσφαλμένες  αφού η αξία του περιουσιακού στοιχείου για το οποίο κατηγορήθηκε για υπεξαίρεση δεν μπορούσε να θεωρηθεί υψηλό και σταμάτησε τη διαδικασία εναντίον της λόγω παρέλευσης του χρόνου.

Μετά από επιτυχή έφεση εναντίον της απόφασης αυτής από τον εισαγγελέα τον Οκτώβριο του 2011, το Περιφερειακό Δικαστήριο, τον Ιούνιο του 2013, επανεξέτασε την υπόθεση και διαπίστωσε την ενοχή της. Εκείνη άσκησε έφεση κατά της απόφασης τον Οκτώβριο του 2013, η οποία απορρίφθηκε από το Εφετείο.

Τον Φεβρουάριο του 2014, μια τριμελής σύνθεση δικαστών αρνήθηκε να εξετάσει τη νέα προσφυγή της  Dainelienė επί νομικών ζητημάτων στο Ανώτατο Δικαστήριο. Στην σύνθεση αυτή, ο ένας εκ των δικαστών ήταν ο πατέρας του εισαγγελέα που άσκησε τη δίωξη πρωτοδίκως και εισήχθη η υπόθεση της υπεξαίρεσης στο δικαστήριο.

Βάσει του άρθρου 6(1) της ΕΣΔΑ, «…ο καθένας έχει δικαίωμα δίκαιης και δημόσιας δίκης εντός έυλογου χρόνου από ανεξάρτητο και αμερόληπτο Δικαστήριο…». Η  προσφεύγουσα διαμαρτυρήθηκε για την υπόθεση της ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Λιθουανίας βασιζόμενη στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, ισχυριζόμενη ότι δεν είχε εξεταστεί η υπόθεση της δίκαια από αμερόληπτο δικαστήριο, δεδομένου ότι ο πρόεδρος της 3μελούς σύνθεσης του Ανωτάτου Δικαστηρίου ήταν ο πατέρας του εισαγγελέα στην υπόθεση που κινήθηκε εναντίον της για υπεξαίρεση.

Το ΕΔΔΑ απέρριψε το επιχείρημα της Λιθουανίας ότι η προσφυγή της Dainelienė ενώπιόν του ήταν απαράδεκτη λόγω μη εξάντλησης των εσωτερικών ενδίκων μέσων. Συγκεκριμένα, δεν υπήρχαν αποδείξεις ότι η υποβολή προσφυγής για νομικά ζητήματα, όπως επικαλέστηκε η λιθουανική κυβέρνηση, αποτέλεσε αποτελεσματικό μέσο αποκατάστασης της προσφεύγουσας. Επιπλέον, δεν μπορούσε να αναμένεται από την προσφεύγουσα να απευθύνεται συνεχώς στο ίδιο δικαστήριο μετά από προηγούμενες αποτυχημένες αιτήσεις και δεν υπήρχε ανώτερο δικαστήριο.

Το Δικαστήριο επανέλαβε επίσης ότι τα συμβαλλόμενα κράτη έχουν την υποχρέωση να οργανώνουν το νομικό τους σύστημα έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η συμμόρφωση με τις απαιτήσεις του άρθρου 6(1) της ΕΣΔΑ, που απαιτεί δικαστική αμεροληψία. 

Στην Κύπρο, το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ έχει ένταχθει ως άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και συγκεκριμένα το άρθρο 30(2) προνοεί ότι «Έκαστος, κατά την διάγνωσιν των αστικών αυτού δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ή οιασδήποτε κατ’ αυτού ποινικής κατηγορίας, δικαιούται ανεπηρεάστου, δημοσίας ακροαματικής διαδικασίας εντός ευλόγου χρόνου, ενώπιον ανεξαρτήτου, αμερολήπτου και αρμοδίου δικαστηρίου ιδρυομένου διά νόμου.»

Η πρόσφατη προαναφερόμενη υπόθεση θυμίζει την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας σχετικά με την σχέση του Δικαστή Κραμβή και δικηγόρου Πολυβίου, ο οποίος Δικαστής ήταν συμπέθερος του δικηγόρου της υπόθεσης στην οποία μετείχε στην σύνθεση του Δικαστηρίου. Ως αποτέλεσμα αυτής της απόφασης μια νέα πρακτική οδηγία του Ανωτάτου Δικαστηρίου υιοθετήθηκε, η οποία εκδόθηκε προκειμένου να συμμορφωθεί με την απόφαση του ΕΔΔΑ, συγκεκριμένα υποχρεώνει τους ίδιους τους δικαστές να αποκαλύπτουν οποιαδήποτε σχέση έχουν με διάδικους της υπόθεσης, η οποία θα μπορούσε να επηρεάσει την αμεροληψία του δικαστή.

Όσον αφορά την παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο σημείωσε ότι θα πρέπει να υπάρχει σύστημα διασφάλισης ότι ένας δικαστής δεν λαμβάνει υπόθεση στην οποία ένα στενό μέλος της οικογένειας του είναι εμπλεκόμενο και ότι οι δικαστές θα πρέπει να λάβουν μέτρα για να ελέγχουν εάν υπάρχει τέτοια σύγκρουση. 

Παρόλο που δεν προσκομίστηκε κάποιο στοιχείο το οποίο να τεκμηριώνει προσωπική προκατάληψη εκ μέρους του δικαστή που προέδρευε της σύνθεσης του Ανώτατου Δικαστηρίου της Λιθουανίας, το γεγονός και μόνο ότι ο δικαστής που ήταν αρμόδιος να αποφασίσει σχετικά με την προσφυγή περί των νομικών ζητημάτων ήταν ο πατέρας του εισαγγελέα κατά τα προηγούμενα στάδια της υπόθεσης της προσφεύγουσας, έθεσε σε κίνδυνο την αμεροληψία του Ανώτατου Δικαστηρίου και το άφησε έκθετο σε αμφιβολίες.

Έτσι, η σύνθεση των τριών δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν κατάφερε να ανταποκριθεί στο πρότυπο της ΕΣΔΑ, στο πλαίσιο της αντικειμενικής στάθμισης, κατά παράβαση του Άρθρου 6 (1) της Σύμβασης. Ενόψει αυτών, το Δικαστήριο έκρινε ότι η Λιθουανία έπρεπε να καταβάλει στην προσφεύγουσα, εντός τριών μηνών, 3.500 ευρώ για ηθική βλάβη και 500 ευρώ για δικαστικά έξοδα. 

enquiries@gmadvocates.com

22819292, 99639668

www.gmadvocates.com

Το Δικαστήριο δικαίωσε δανειολήπτες

Δανειολήπτες δικαιώθηκαν από το δικαστήριο με απόφαση που εκδόθηκε στις 30 Οκτωβρίου 2018, δηλαδή μετά την τροποποίησης της σχετικής νομοθεσίας. Όπως είναι γνωστό στις 13.07.2018 τέθηκε σε ισχύ Ο περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικός) Νόμος του 2018 (Ν. 87(Ι)/2018) ο οποίος καθορίζει μεταβολές στην ιδιωτική διαδικασία εκποίησης ακινήτου.  

Την διαδικασία εκποίησης ακινήτου  έχουμε αναλύσει σε προηγούμενο άρθρο με τίτλο «Δημοπρασία ακινήτου-Πως να την εμποδίσεις». Για σκοπούς πληροφόρησης αξίζει να σημειωθεί ότι η ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Ι» σηματοδοτεί την έναρξη της διαδικασίας εκποίησης (άρθρο 44Γ(1)). Με βάση την ειδοποίηση Τύπου «Ι» ο οφειλέτης καλείται να εξοφλήσει ένα συγκεκριμένο οφειλόμενο ποσό. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης του οφειλέτη με την πιο πάνω ειδοποίηση ο δανειστής δηλαδή ο τραπεζικός οργανισμός θα επιδώσει ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» η οποία αναφέρει ότι το ακίνητο πρόκειται να πωληθεί με πλειστηριασμό.  Ο εκάστοτε οφειλέτης σε διαδικασία εκποίησης περιουσίας μπορεί να υιοθετήσει  τη νομική διαδικασία της έφεσης για να προωθήσει και να προστατεύσει τα δικαιώματα του. Το άρθρο 44Γ(3) καθορίζει τους τέσσερις λόγους έφεσης.    

                           

Στις πρόσφατες αποφάσεις της 30η Οκτωβρίου 2018 που αφορούσαν έφεση ενώπιον της Α.Κ. Λυκούργου , το Δικαστήριο διέταξε την έκδοση διατάγματος με βάση το οποίο η ειδοποίηση από τραπεζικό οργανισμό Τύπου «ΙΑ» παραμερίζεται. Το Δικαστήριο στην απόφαση του επισήμανε την σημασία της μέριμνας από πλευράς των τραπεζικών οργανισμών για «έγκαιρη, πλήρη, και αποτελεσματική ενημέρωση» του οφειλέτη όσων αφορά τις υποχρεώσεις του όπως επίσης και την αυξημένη σημασία της αυστηρής τήρησής όσων ορίζει η νομοθεσία.

Το δίκαιο που ισχύει είναι αυτό κατά την περίοδο της ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής  

Το Δικαστήριο τόνισε ότι η έφεση εξετάζεται με βάση το δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο καταχώρησης του ένδικου μέσου. Στην προκειμένη περίπτωση η έφεση καταχωρήθηκε πριν την εφαρμογή των τροποποιήσεων (Ν. 87(Ι)/2018) άρα οι πιο τελευταίες τροποποιητικές διατάξεις δεν εφαρμόζονται. Αυτό σημαίνει ότι οι τραπεζικοί οργανισμοί δεν μπορούν να προωθήσουν την ένσταση ή υπεράσπιση επί τη βάση των προνοιών που τέθηκαν σε ισχύ μετά το χρόνο καταχώρησης.

Συγκεκριμένα το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η ορθή ερμηνεία των νομοθετικών διατάξεων του Νόμου του 2018 δεν επεκτείνει την εφαρμογή τους σε εκκρεμούσες δικαστικές διαδικασίες με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε να αλλάζουν οι προϋποθέσεις παραδεκτής καταχώρησης έφεσης ή να μετριάζεται η βασιμότητά του ένδικου μέσου.   

«Κατάσταση λογαριασμού» (άρθρο 44Γ(1))

 Όταν οι τραπεζικοί λογαριασμοί αποστέλλουν ειδοποιήσεις Τύπου  «Ι» οφείλουν να συνοδεύουν αυτή την ειδοποίηση με «κατάσταση λογαριασμού του οφειλόμενου ενυπόθηκου χρέους, των τόκων και όλων των εξόδων για την είσπραξή του» (44Γ(1)). Ένα ελλειπτικό έγγραφο το οποίο παρουσιάζει απλώς τα υπόλοιπα των ποσών δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του Νόμου. Το Δικαστήριο στην απόφαση τονίζει ότι η «κατάσταση λογαριασμού» αναφέρεται σε «στοιχεία και πληροφορίες για την χρεωπιστωτική πορεία του ενυπόθηκου χρέους, όλων των τόκων και όλων των συναφών εξόδων». Η παράληψη από τον τραπεζικό οργανισμό να επισυνάψει τα πιο πάνω πλήρης στοιχεία και πληροφορίες δεν επιτρέπεται και είναι αντίθετη προς ότι επιβάλλει ο νόμος. Αυτό καθιστά την επίδικη ειδοποίηση Τύπου «Ι» παράνομη. Ως αποτέλεσμα και η νομιμότητα της ειδοποίησης επί του Τύπου «ΙΑ» επηρεάζεται όπως επεξηγεί και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση «…η ειδοποίηση επί του Τύπου «ΙΑ» εξεδόθηκε χωρίς οι εφεσίβλητοι να καταδείξουν, με τον τρόπο που οι Νόμοι επιβάλλουν, το ακριβές ύψος και, κατ’ ακολουθίαν, την υπερημερία του επίδικου οφειλόμενου χρέους.»

Η Δικαστής περεταίρω  τόνισε ότι στα πλαίσια εξέτασης του Τύπου «ΙΑ» το Δικαστήριο μπορεί να εξετάζει και την νομιμότητα προηγουμένων σταδίων της διαδικασίας όπως για παράδειγμα την ειδοποίηση Τύπου «Ι» εφόσον ότι η διαδικασία εκποίησης ακινήτου «αποτελεί μιαν σύνθετη διαδικασία». 

 enquiries@gmadvocates.com

22819292, 99639668

www.gmadvocates.com

Copyright © 2017 Protevousa. All rights reserved.
Designed by Oliver Creative Communications | Developed by Istognosis